Δευτέρα, 8 Ιουλίου 2013

H AHTINA ΣΤΟ ΚΟΤΕΤΣΙ



  Ο μόνος αληθινός νόμος είναι εκείνος που οδηγεί στην ελευθερία-δεν υπάρχει άλλος

    Ρ. Μπαχ-Ο γλάρος Ιωνάθαν-εκδόσεις Διόπτρα

  Ο δρόμος της καρδιάς είναι ο δρόμος του θάρρους.Είναι το να ζεις μέσα στην ανασφάλεια-να ζεις μέσα στην αγάπη και στην εμπιστοσύνη-να κινείσαι μέσα στο άγνωστο. 
 Η καρδιά είναι πάντα έτοιμη για ρίσκο, η καρδιά ξέρει να ρισκάρει.

             ΟΣΣΟ-ΘΑΡΡΟΣ-εκδόσεις Ρέμπελ

                                              Η  αητίνα στο κοτέτσι

παραμύθι του Γ.Χρηστέα

 ....Κάθε πρωί δραπέτευε η αητίνα απ'το κοτέτσι.Πήγαινε πάνω,στο λοφάκι. Αγωνιζόταν να πετάξει,τα'δινε όλα·μάτωνε,έτρωγε χώμα. Τα φτερά της την προδίδανε.
Μα δεν τα παρατούσε.

  ....Η μάνα της αητίνας ζούσε κάποτε σε μια βελανιδιά. Πέρασε όμως ένας κυνηγός·σήκωσε το  ντουφέκι, σημάδεψε καλά και πυροβόλησε. Την πέτυχε.Την σώριασε στο χώμα. Έσκυψε πάνω της·στο στήθος της,κάτι μικρό και σκούρο·το μωρό της·μόλις είχε ξεμυτίσει απ’τ’αυγό·κολημμένο στο βυζί της,που δεν έβγαζε πια γάλα.

  Το μικρό το’βαλε στο κοτέτσι που'χε εκει κοντά ο κυνηγός. Οι κότες το πήραν για κλωσσόπουλο κι άρχισαν να το μεγαλώνουν όπως ήξεραν-κακάρισμα,σουλάτσο,τσιμπολόγημα.
   Πέρασε καιρός.
 Το πουλάκι έγινε αητίνα·μάτια καστανοπράσινα,φτερούγες σαν το χιόνι·ξεχώριζε·την ζήλευαν οι κότες·ο κόκκορας της έκανε τα γλυκά μάτια συνέχεια·κορδώνονταν μπροστά της σαν παγώνι,φούσκωνε το λειρί του και κακάριζε. Αλλά δεν την συγκινούσε.
 Η μικρή έκοβε βόλτες πάνω κάτω στο κοτέτσι,μες τις κουτσουλιές,που της λερώναν τα φτερά·στενοχωριόταν·με τις κότες,τι να πει;μόνο να κακαρίζουν,να γεννήσουν κανα αυγό.
 Το κοτετσόσυρμα πάνω απ’το κεφάλι τους άφηνε που και που να γλυστρά μια φέτα ήλιο·πήγαινε και καθόταν από κάτω θαμπωμένη·οι κότες γέλαγαν.
Μα όταν τις έβγαζε έξω ο κυνηγός,η αητίνα ορμούσε πρώτη·δεν έψαχνε σπόρους·έψαχνε ουρανό·τέντωνε το λαιμό,κοίταζε πάνω·ο ήλιος τηn θάμπωνε·κάτι την καλούσε πάνω εκει.
 Μα το σούρουπο, έρχονταν ο κυνηγός· κλείνονταν πάλι στο κοτέτσι.

  Ένα πρωί πετούσε ένας αητός στον ουρανό·με φτερούγες σαν σπαθιά έσκιζε τα σύννεφα·είδε κάτω τις κότες·ανάμεσά τους μια αητίνα,που κακάριζε σαν κότα..
-Ο αητός χύθηκε αγριεμμένος προς τα κάτω·οι κότες σκόρπισαν·μα η μικρή   κοίταζε περίεργη τον ξαφνικό επισκέπτη.
-Τι κάνεις εδώ;την ρώτησε
-Εδώ μένω
-Μα εσυ…δεν ανήκεις εδώ!
-Δεν καταλαβαίνω
Ο αητός άλλαξε ύφος
-Αυτά στην πλάτη σου τι είναι;
-Φτερά
-Ωραία!άνοιξέ τα,να πετάξουμε παρέα!
Η μικρή έβαλε τα γέλια
-Είσαι τρελλός!οι κότες δεν πετάνε!
Ο αητός σκέφτηκε.
-Θες να’ρθεις βόλτα πάνω στα φτερά μου;θα’ναι ωραία,είπε μαλακά.
-Θέλω!
Μια και δυο,η μικρή έδοσε σάλτο στα φτερά του,που την τύλιξαν σαν πάπλωμα.
 …Ανέβηκε μαλακά,μην την τρομάξει·την σεργιάνισε στα πέριξ·έβλεπε όσο ανέβαιναν η αητίνα τα σπίτια,τους ανθρώπους,να γίνονται όλα μια σταλιά.Ο άνεμος την χαίδευε·ένιωθε έξαψη·ήχοι,χρώματα,φωνές·άρχισε όμως να ζαλίζεται.
-Πάμε πίσω,είπε
Κι ο αητός την πήγε πίσω.
----
 Η μικρή μπήκε ενθουσιασμένη στο κοτέτσι·να πει στις κότες πόσο άστραφτε ο ουρανός·τι ωραία φτερά είχε η πέρδικα!μα οι κότες…
…Πάει,τρελλάθηκε·ήταν που ήταν…
-Μην το ξανακάνεις,είπε ο κόκκορας·μπορεί να τσακιστείς.
-Μα εδω πνίγομαι!
-Εδώ έχεις ασφάλεια,αποφάγια,θαλπωρή·τι άλλο θες;
-Μ’αρέσει έξω
-Έξω είναι ζούγκλα, θα σε φάνε!
-Καλά

 Την άλλη όμως,ξανάρθε ο αητός. Η καρδιά της μικρής βροντοχτυπούσε.
-Ανέβα! είπε ο αητός
 Τώρα ανέβηκαν ψηλότερα·πέταξαν πάνω από μια γαλανή επιφάνεια·η θάλλασσα,είπε ο αητός.
Η μικρή τα’χασε·απέραντη είν’η θάλλασσα!σκεφτόταν,ενώ κοίταζε ένα σύννεφο από ασήμι που ταξίδευε μπροστά τους·έβγαζε ήχους παλαβούς κι άλλαζε σχήματα.
-Τι’ναι αυτό;
-Γλάροι,είπε ο αητός·πάνε στις βάρκες για φαί.
  Τότε είδε τις ψαρόβαρκες,που αρμένιζαν στο απέραντο γαλάζιο·ψαράδες σήκωναν τα δίχτυα·γλάροι πετούσαν κρώζοντας,έτοιμοι να ορμήσουν.
Τα’βλεπε και δεν χόρταινε η μικρή.Μαγεία!
-Αύριο να ξανάρθεις,του είπε όταν κατέβηκαν
-Θα ξανάρθω,είπε ο αητός·μα καιρός πια να μάθεις να πετάς.
-Οι κότες δεν πετάνε
  Τότε την άρπαξε στο ράμφος του,αδιαφορώντας για τις τσιρίδες της ο αητός·την πήγε στο ποτάμι·την έπλυνε καλά και την καθάρισε.
-Δες στο νερό,είπε.
-Ποιά είναι αυτή η όμορφη κότα;είπε η μικρή
-Εσυ και δεν είσαι κότα·είσαι αητίνα-και θα μάθεις να πετάς.
-Κι αν τσακιστώ;
-Θα’ναι η μοίρα σου·σημασία έχει να παλέψεις·έχεις γεννηθεί για να πετάς κι όχι να σέρνεσαι.
-Δύσκολο.
-Καθόλου!ανοίγεις τα φτερά,ζυγίζεσαι,δίνεις  μια και…να’σαι,πέταξες!δοκίμασε!
  Η μικρή έκανε δυο τρεις προσπάθειες,πιο πολύ για να ευχαριστήσει το φίλο της·μα μόλις κατάφερε ν’αναπηδήσει ελάχιστα,σηκώνοντας ένα σύννεφο σκόνης.
-Ανέβα εκει,είπε ο αητός,δείχνοντας το λόφο παραπέρα.
Σκαρφάλωσε η μικρή·ζυγίστηκε,άνοιξε φτερά…πέταξε λίγα μέτρα·αλλά γρήγορα κατέβηκε.
-Κουράστηκα,ξεφύσηξε .
-Θα μάθεις,είπε ο αητός·και να προσέχεις τα φτερά σου·είναι ότι πολύτιμο έχεις.
-Γιατί να μην πετώ με τα δικά σου τα φτερά;
-Μόνο με τα δικά σου τα φτερά πετάς καλά.

Όμως το άλλο πρωί ο αητός…σαν να μιλούσε σ’άλλη
-Δεν έρχομαι,είπε μουτρωμένη.
-Γιατί;
-Θα φάω ντουφεκιά απ’τους κυνηγούς…
-Δεν τα λες εσυ αυτά
-Μου τα’πε ο κόκκορας
-Που’χει μυαλό κοκκόρου!
-Αντίο
-Κοίτα,το πέταγμα είναι ρίσκο,είπε ο αητός,μα και χαρά·τόσα χρόνια που πετάω,είδα πολλά·ένα σου λέω·ότι αξίζει,έχει και ρίσκο.
-Το κοτέτσι δεν έχει.
-Στο κοτέτσι θα θάψεις τα όνειρά σου…να ζεις φυλακισμένη όταν σου γνέφουν τόσα θαύματα;
-Θαύματα;γούρλωσε η μικρή
-Να δεις να καίγεται ο ουρανός το ηλιοβασίλεμα-μια κόκκινη φωτιά που σε τυλίγει…να μυρίσεις τη βροχή που σε ξεπλένει…να γευθείς το ουράνιο τόξο…
-Ναι, αλλά… τι θα τρώω;
-Είσαι αρπακτικό·βλέπεις το θήραμα,χυμάς από ψηλά…εύκολο·φτάνει να πετάξεις.
-Πως θα μάθω;
-Ξέρεις·τα φτερά σου ήδη γνωρίζουν·απλά ο φόβος τα εμποδίζει.
-Όχι,άσε με,είπε η αητίνα.
..Στο κοτέτσι,ο κόκκορας της είπε
-Συγχαρητήρια·απαλλάχτηκες απ’αυτόν τον επικίνδυνο τρελλό.

Την άλλη όμως ξανάρθε ο αητός·μόλις τον είδε,ξέχασε η αητίνα.
 Κι ο αητός την πήρε πάλι στα ψηλά·πάνω απ’τα σύννεφα·μπαμπάκια ήταν τα σύννεφα!κυνηγιόντουσαν,γελούσαν σαν παιδιά·πέταγαν,πέταγαν,περνούσαν από κάμπους και χωριά.
Πιο πέρα  σκούραινε ο ουρανός·άστραφτε,βρόνταγε.Τριγύρω τα πουλιά φτεροκοπούσαν·μα ο αητός πετούσε απτόητος.
-Έρχεται καταιγίδα! είπε η μικρή
Ο αητός γέλασε
-Οι αητοί την αγαπούν την καταιγίδα.
Πετούσαν τώρα μες στην καταιγίδα·ρεύματα τους χτυπούσαν δυνατά·έχανε την ισορροπία,την ξανάβρισκε ο αητός·η αητίνα τα χρειάστηκε·μαύρη μαυρίλα γύρω τους,βροντές,μπουμπουνητά…είναι μουρλός,σκεφτόταν.
…Τότε,πήγε να τρελλαθεί μ’αυτό που έβλεπε· ο αητός δεν κουνούσε τα φτερά του!
-Μα τι κάνεις; 
-Μας πάει το ρεύμα,ησύχασε,μικρή.
-Έπαψε ο χαλασμός;
-Όχι·είμαστε στο μάτι του κυκλώνα·εδώ έχει πάντα γαλήνη·φτάνει να’χεις τη δύναμη να φτάσεις ως εδώ.

Σουρούπωσε·ο αητός την πήγε πίσω·μουσκεμένη μέχρι κόκκαλο·κρύωνε·λαχτάραγε φαί και ζεστασιά·μα ήταν κλειστά·είχαν αργήσει.
-Εσυ φταίς! τι κάνω τώρα;είπε αγριεμμένη
-Έλα μαζί μου
-Έτσι όπως είμαι;θα ψοφήσω·τι μου’ κανες!να μη σε ξαναδώ!
Ο αητός έδειχνε λυπημένος.
-Καλή τύχη! είπε-κι άνοιξε φτερά.
 Η αητίνα έτρεμε ολόκληρη,είχε πυρετό·έβλεπε οράματα·προσπάθησε να κακαρίσει,μήπως την ακούσουν·μα δεν έβγαινε κακάρισμα.
-Θα ψοφήσω,σκέφτηκε,γέρνοντας στη γη·τουλάχιστον,είδα τον ουρανό·μα δεν τον χόρτασα…χορταίνεται ο ουρανός;

Όταν συνήλθε, ήταν χωμένη στα ζεστά· δεν κρύωνε πια.
…Λες να’μαι στον παράδεισο;σκεφτόταν.
Μα είδε δίπλα της τον κόκκορα.
-Είχες τύχη βουνό,μικρή· σ’είδε τ’ αφεντικό μας και σε μάζεψε,της είπε.
-Πόση ώρα είμαι εδώ;
-Δυο μέρες!
-Δυο μέρες!φώναξε· πήγε να σηκωθεί,μα δεν μπορούσε.
-Ελπίζω να σου γίνει μάθημα,είπε ο κόκκορας·μ’αυτόν τον τρελλό,θα ψοφήσεις πριν την ώρα σου.
---
  Τ’ άλλο πρωί,η αητίνα πήγε πάλι στο λόφο·το σκεφτόταν όλη νύχτα·ντρεπόταν που φέρθηκε έτσι στον αητό·μα είχε απόφαση
-μια μέρα θα πετάξω,ότι κι αν γίνει.
 Άρχισε να προσπαθεί·προχώραγε στην άκρη,ζυγιζόταν…πέταγε δυο μέτρα,πέντε…δέκα…ως εκει…έβαλε ζόρι·έφτασε με τα πολλά στα είκοσι μέτρα…όλη μέρα προσπαθούσε…πάλευε ως το βράδυ.
Δεν μπορούσε·παρά μόνο λίγα μέτρα.
Γύρισε με σκυμμένο το κεφάλι στο κοτέτσι.
-
Κάθε πρωί η αητίνα πήγαινε στο λόφο·πάλευε-μα έκαναν οι κότες κύκλο γύρω της.
-Κοίτα την φαντασμένη!
-Ποιά νομίζει πως είναι;
-Το κοτέτσι δεν της κάνει!αυτή γυρεύει μεγαλεία
Άντε να συγκεντρωθεί·μα το χειρότερο-δεν φαινόταν ο αητός·πόσο της έλειπε!
…Μα πάλευε όλη μέρα·την πολεμούσαν·την κοροίδευαν·εκείνη έσφιγγε δόντια·έπαιρνε φόρα·ίδρωνε·έτρωγε χώμα·ένιωθε ντροπή κι απελπισία·τα περιστέρια,οι πέρδικες πετούσαν δίχως κόπο.Μόνο εκείνη δεν μπορούσε.
Αλλά δεν τα παρατούσε.
-
 Μια μέρα,εκει που πάσχιζε,τον είδε απο ψηλά να κάνει κύκλους-βροντοχτύπησε η καρδιά της!
Ο αητός στάθηκε αγέρωχος μπροστά της.
-Συγγνώμη,του είπε.
-Ξέρεις γιατί ξανάρθα;
-Να βοηθήσεις να πετάξω;
-Ναι·τόσα χρόνια στο κοτέτσι,σε προδόσαν τα φτερά σου.
-Και πως θα τα καταφέρω;
-Αρκεί να θυμηθείς ποιά είσαι.Γιατί πλάστηκες.
-Γιατί;
-Για να πετάς βεβαίως!
-Κι αν πέσω;
-Κοίτα να δεις- η θα ρισκάρεις η..κοτέτσι
-Όχι κοτέτσι!
-Τότε ρίσκαρε!
-Φοβάμαι
-Κι εγω-αλλά κάνω το φόβο δύναμή μου
-Καλά,θα δοκιμάσω,είπε απρόθυμα η αητίνα.
--
 Τ’άλλο πρωί ο αητός της έδειξε τα βασικά της πτήσης·προσγείωση,απογείωση,στροφή,άνοιγμα φτερών·πήγαν στο λόφο·ο αητός είχε βάλει χόρτα στην κορφή.
-Ανέβα,είπε.
...Αλλά μόλις ανέβηκε,ένιωσε τσιμπιές σ’όλο το σώμα·κάτω απ’τα χόρτα υπήρχαν γαιδουράγκαθα!τσιμπούσαν τόσο που ούρλιαξε,χοροπηδώντας έξαλλα-κι ασυναίσθητα,άνοιξε τα φτερά της κι απογειώθηκε και πέταξε ψηλά,όσο ποτέ!
 Πονώντας σ’όλο το κορμί κοίταξε κάτω!πέταγε!στ’αλήθεια…εκατό…διακόσια μέτρα! θρίαμβος!
… πως κατεβαίνουν τώρα;τρόμαξε·θυμήθηκε·μισόκλεισε φτερά·έκοψε φόρα·πήρε ανάσα κι άρχισε ομαλά να κατεβαίνει.
-Ωραίο αστείο,είπε όταν κατέβηκε·εσυ έβαλες τ’αγκάθια;
-Ναι·όπως πήγαινες,ποτέ δεν θα πετούσες·ενώ τώρα…
-Μου φύτεψες αγκάθια!
-Τ’αγκάθια σε ξυπνάνε·οι ανέσεις σε κοιμίζουν.
-Πονάω!
-Αλλά πετάς
-Θα με τρυπάς για να πετάξω;
Ο αητός έβαλε τα γέλια.
-Πρέπει να το πιστέψεις,βασικά·αυτό που θα πιστέψεις ότι είσαι,αυτό θα γίνεις.
Η μικρή είχε κατσουφιάσει.
-Αν τσακιστώ;
-Θα’χεις παλέψει·θα’χεις βγει απ’την φυλακή·αυτό μετράει.
 -
  Πέρασε καιρός. Χειμώνες,καλοκαίρια κι η αητίνα κάθε μέρα να παλεύει-ώσπου κάποτε,ένιωσε έτοιμη·άνοιξε η πόρτα,χύθηκε έξω όλο χαρά.
  Ανέβηκε στον λόφο·συγκεντρώθηκε·μάζεψε τις δυνάμεις της·άνοιξε τα φτερά·άρχισε ν’ανεβαίνει·διακόσια,τριακόσια μέτρα…εύκολο!γεννημένη να πετά!
 Έψαχνε τον αητό·δεν κοίταζε μπροστά·άκουσε κράξιμο·μπροστά της κάτι μαύρο και πυκνό·τα’χασε βλέποντας τον κόρακα·παρέλυσε·να πέφτει σαν μολύβι·τα φτερά της δεν άκουγαν…
Η γη πλησίαζε με φόρα·αυτό ήταν,σκέφτηκε…τουλάχιστον, προσπάθησα…
…Στιγμές πριν τσακιστεί,ένιωσε να βουλιάζει σε κάτι όμορφο,απαλό.
Την είχε αρπάξει στις φτερούγες του ο αητός.
-Πονάω!βόγκηξε η μικρή·πονάει η φτερούγα μου!
-Ο πόνος θ’ατσαλώσει τα φτερά σου·όταν πέφτεις,δυναμώνεις,να θυμάσαι·μόνο πέφτοντας μαθαίνεις.
-Εκατό φορές έπεσα ως τώρα!
-Κι εκατόν μία θα σηκωθείς-κι αυτή μετράει!μονάχα αυτή!
--
-Τι θα πει ανάπηρη; ρώτησε μια μέρα η μικρή τον αητό
-Γιατί ρωτάς;
-Να, κάτι άνθρωποι…με βλέπουν που παλεύω κι όλο πέφτω και γελάνε κι όλο λένε αυτή τη λέξη
-Ανάπηρη θα πει… σου λείπει κάτι.
-Τι;
-Όλοι έχουν σακατέματα·μα το σακάτεμα μπορεί να γίνει δύναμη,αν παλέψεις·όπου
 είναι η πληγή σου,εκει είναι η δύναμή σου,να θυμάσαι.
-Μα έχω αδύναμα φτερά
-Μα δεν πετάς με τα φτερά·πετάς με την ψυχή σου·η ψυχή σε πάει ψηλά.
-Τι’ναι η ψυχή;
-Μια σπίθα μέσα σου που δεν μπορεί να σβήσει.
 …Και κάθε μέρα ο αητός πέταγε πάνω απ’το κοτέτσι·με κρύο, με ζέστη με βροχή,ήταν εκει.
-Ξέρεις τι θέλω; είπε η μικρή
-Τι;
-Να με πάρεις στη φωλιά σου.
-Δεν έχω
-Θα χτίσουμε· μαζί! να σου πω;
-Τι;
-Σ’αγαπάω.
Ο αητός ξαφνιάστηκε·τίναξε τα φτερά του κι είπε απότομα
-Οι αητοί ζουν μόνοι τους-και μόνοι τους πεθαίνουν·ξέχασέ το.
   
 Κι η αητίνα κάθε μέρα παλεύει·πέφτει.Δυναμώνει.Πεισματώνει·μαθαίνει-να ξεχωρίζει  τους ανέμους·να συγκεντρώνεται στην πτήση·να εκμεταλλεύεται τα ρεύματα,για να πετάει πιο άνετα.
  Στο μεταξύ της έκοψαν το φαγητό,μ’εντολή του κόκκορα·ψίχουλα της άφηναν,ίσα να μην ψοφήσει.Πείναγε,υπέφερε η αητίνα,αλλά δεν άλλαζε·άσε που τρώγοντας λιγότερο,πετούσε πιο καλά·μα πάνω απ’όλα έμαθε να μην τα παρατάει.

…Άρχισε να δουλεύει ακόμα πιο σκληρά·τα’δινε όλα·μέρες πέρασαν·βδομάδες· πάλευε,ανέβαινε στο λόφο,απογειωνόταν- κι είχε πάντα κατά νου τα λόγια του.
-Να μη σε νιάζει το αποτέλεσμα·η προσπάθεια·αυτή μετράει.
 Και προσπαθούσε·ώσπου κάποτε,ένιωσε έτοιμη·σαν χάραξε η αυγή,πήγε στον λόφο·συγκεντρώθηκε·μισόκλεισε τα μάτια κι απογειώθηκε με φόρα·ανέβηκε ψηλά,πάνω απ’τα σύννεφα·έστριψε·αύξησε ταχύτητα·έγειρε προς τα κάτω σαν βολίδα,ένιωσε ίλιγγο-σταμάτησε,λίγο πριν τσακιστεί.
Το αίμα κόχλαζε στις φλέβες της.
Μπορούσε,το’χε!πέταγε!
-Αύριο έλα να με πάρεις,είπε στον αητό.
-Ξέρεις,το ξανασκέφτηκα,είπε αυτός.
-Ποιό;
-Να… άρχισα να χτίζω τη φωλιά μας·ψηλά, πάνω στην βελανιδιά.
-Μ’αγαπάς;έκανε η αητίνα.
-Σ’αγαπώ.
Τη νύχτα δεν κοιμήθηκε η αητίνα·ερωτευμένη·μεθυσμένη από χαρά·ονειρευόταν την φωλιά,τον αητό,τις αγκαλιές …
--
 Τ’ άλλο πρωί ο αητός έκοβε βόλτες πάνω απ’το κοτέτσι. 
Είδε τον κυνηγό,που  πήγε κι άνοιξε. Είδε και κάτι άλλο·κράταγε ντουφέκι·δεν θα την άφηνε·κανείς δεν είχε στο κοτέτσι του αητίνα.
Μόλις βγήκαν οι κότες,ο αητός χαμήλωσε,χωρίς να προσγειωθεί.
Η μικρή  πλησίασε χαρούμενη,κουνώντας όλο νάζι τα φτερά.
Ο κυνηγός πίσω απ’το πεύκο παραμόνευε.
-Πάμε,γρήγορα!ακολούθα με,μικρή! φώναξε ο αητός.
 Άνοιξε τα φτερά της η μικρή·τον ακολούθησε ψηλά συνεπαρμένη·τι περιπέτεια!τι ωραία που’ταν όλα!
Μπάμ!έσκασε σαν κανόνι η ντουφεκιά,όπως ανέβαιναν.
Μα η σφαίρα πέρασε  ξυστά.
Ο κυνηγός βλαστήμησε·σημάδεψε ξανά.
-Τι;ρώτησε η μικρή·βροντάει;αστράφτει;
-Ότι κι αν γίνει,μην προδόσεις τα φτερά σου!υποσχέσου μου!φώναξε ο αητός
-Ναι,αλλά…
-Πέτα!πέτα ψηλά,αητίνα μου, και μην κοιτάξεις πίσω!πέτα!

  …Άρχισε η αητίνα ν’ανεβαίνει στα ψηλά·ο αητός χύθηκε κάτω·ίσια στον κυνηγό·που’χε σηκώσει το ντουφέκι και σημάδευε ξανά.
Ο αητός κατέβαινε,μ’ όλη του τη δύναμη·μια καφετιά βολίδα.
Ο κυνηγός σημάδευε.
Μπαμ!
Τον βρήκε στο δεξί φτερό·ένιωσε κάψιμο·κλονίστηκε·κρατήθηκε·μάζεψε όλη του τη δύναμη.Ο κυνηγός σημάδευε τώρα την αητίνα·μα πριν προλάβει,ο αητός έπεσε πάνω του·το ράμφος του άγρια χώθηκε στο μάτι του. Σωριάστηκαν στη γη.
 Δίπλα τους το ντουφέκι ακόμα κάπνιζε.

… Ψηλά στον ουρανό,η μικρή πετούσε αμέριμνη·δεν καταλάβαινε γιατί αργούσε ο αητός;ίσως να πήρε δρόμο άλλο,σκέφτονταν,βάζοντας πλώρη για την βελανιδιά στον κάμπο·δεν πρόφτασα να του πω κι ευχαριστώ·μα δεν πειράζει…ο ουρανός μας περιμένει…

 

και όπως  λέει στον Αλχημιστή ο Κουέλο

Όταν επιδιώξεις κάτι, η επιθυμία σου πηγάζει απο την ψυχή του κόσμου.
Όταν επιδιώξεις κάτι,όλο το σύμπαν συνωμοτεί για να γίνει όπως επιθυμείς.




Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΕ ΤΑ ΣΠΙΡΤΑ


  


ΚΑΡΔΙΑ του χειμώνα.Χριστούγεννα,Αη-Βασίλης,Φώτα·νυχτώνει στην Ερμού,ανάβουν φώτα·μαγαζιά κλειστά·διαβάτες λίγοι,βιαστικοί,τρέχουν στα σπίτια τους,να κάνουν πως γιορτάζουν·χιονόνερο πυκνώνει και τα βάφει όλα λευκά,σκεπάζει φτώχεια,ράκη ονείρων και σκουπίδια.
Η γυναίκα με τα ψώνια κατεβαίνει την Ερμού·φοράει μαύρα·παλτό,μπότες,σκούφο·κάθεται στο πεζούλι,έξω απ’την Καπνικαρέα,να ξαποστάσει.
Κάθεται,απλώνοντας τα πόδια·χαζεύει τους περαστικούς·κρυώνει,μα δεν βιάζεται·ούτε την περιμένουν·φέτος,μόνη της.
Πέρσι ακόμα είχε οικογένεια·άντρα,παιδί·εκείνος έφυγε·καρδιά,στα ξαφνικά·η κόρη ξενιτεύτηκε·να βρει δουλειά,Αγγλία·οι γονείς της στο χωριό·μα δεν πηγαίνει·όλο θα κλαίνε·ούτε στους φίλους,που θα λεν συλληπητήρια. Θέλει μόνη·δίχως κλάματα,μιζέριες·αξιοπρεπώς.
Βαραίνει όπως τα σκέφτεται·κουμπώνεται·κρυώνει·νιώθει ρίγη·δεν σηκώνεται.
Να πάει σπίτι;με τους τοίχους;άσε που δεν θ’ανάψουν φέτος·κρίση·τρόικα,μνημόνιο…όποιος αντέξει·…της είπανε να πάει να πάρει σύνταξη…δεν νιάζεται.
Βγάζει τα σπίρτα·ψαχουλεύει το κουτί-το κορίτσι με τα σπίρτα·να σκάρωνε,λέει,ένα σκετσάκι·όπως τότε στο σχολείο«πάρτε σπίρτα απ’τη φτωχιά,την ορφανή!»ωραία θα’τανε- πως έλεγε η γιαγιά;

Μὲ τὴν ἀγάπη μπορεῖς νὰ φωτίσεις καὶ νὰ ζεστάνεις τὸν κόσμο ὅλο! Μὴ διώξεις ποτὲ τὴν καλωσύνη ἀπὸ τὴν καρδιά σου καὶ τότε θὰ βρίσκεις, μὰ καὶ θὰ χαρίζεις πάντα τὴν ἀγάπη»

Πέρασε ένας αλήτης και την κοίταζε με τρόπο .
.…πως ν’αγαπήσεις όπως έγινε αυτή η πόλη,σκέφτηκε η γυναίκα
Ο αλήτης της έκλεισε το μάτι.
-Πόσο πάει;
 Σκέφτηκε να του ρίξει κλώτσο·αλλά δεν τ’αποφάσιζε·αυτός γελούσε σαν ηλίθιος·βρώμαγε ούζο και ξεφτίλα.
Η γυναίκα σηκώθηκε·έκανε τον κύκλο·πήγε αριστερά απ’την εκκλησιά· την ακολούθησε.
-Χρόνια πολλά!καλά γαμίσια!φώναξε
Άδραξε το κινητό η γυναίκα.
-Αστυνομία!
Ο αλήτης το’βαλε στα πόδια.

Η γυναίκα πήγε κι άραξε κάτω απ’τα κυπαρίσσια·στο απάγγιο,στο πεζούλι.
Κανείς δεν πέρναγε·ησύχασε·αναστέναξε. Έβγαλε,άναψε σπίρτο·άστραψε η φλόγα του·μαχαίρωσε τη νύχτα και φωτίστηκαν τα μάτια της·την τύλιξε η αχλύ της θαλπωρής·πέταξε πίσω.
Στρωμένο το τραπέζι,γιορτινό·το τζάκι τρίζει·εκείνη κι η αδελφή της παίρνουν δώρα απ’τον πατέρα·Αη-Βασίλης γελαστός,τις αγκαλιάζει,τις φιλά·δεν θα τις αποπάρει,δεν θα ουρλιάξει σήμερα,ούτε θα πει,σκάστε,το Χριστό σας!
Πάνω που πάει να ζεσταθεί,το σπίρτο μαύρισε και χύμηξε ο χιονιάς·έσφιξε χείλη.Έβγαλε κι άναψε δυο σπίρτα μαζί·να κρατήσει.
-
Αίθουσα υπόγεια,σκοτεινή,όλο καπνούς·σ’ένα πατάρι,δυο μυστήριοι με μουστάκια γραντζουνάνε μπαγλαμάδες·μπροστά ένας μακρυμάλλης·ουλές στα χέρια,σύννεφα στα μάτια·φουμάρει ένα τσιγάρο σαν κανόνι και παίζει στον τζουρά μια ζειμπεκιά της φυλακής.
Μπρός του χορεύει νταλκαδιάρικα,βαριά η μαυροντυμένη·φέρνει βόλτες·ο χορός είναι αντρικός,όμως εκείνη το κατέχει·άσε που-τι παράξενο!δεν είναι πια γυναίκα που χορεύει·το κορμί βαρύ,αντρίκιο κι ο χορός αρσενικός.
Φύσηξε πάλι·και ξανάσβησε το σπίρτο, εκει που’λεγε το Καίγομαι…
-
Το κρύο δάγκωνε·είχε αρχίσει να το στρώνει·μύγες λευκές στριφογυρνούσανε,χόρευαν μεθυσμένες·σκέπαζαν την ασχήμια,τα σκουπίδια,το κενό,η πόλη ομόρφαινε·νιφάδες της δροσίζανε τα μάγουλα,τους ώμους,το σαγόνι·η γυναίκα έτρεμε τώρα·είχε ρίγος,πυρετό·τα δόντια της κροτάλιζαν·αλλά δεν το κουνούσε.
Έπιασε κι άναψε τρία σπίρτα μαζί·η φλόγα θέριεψε·ταξίδεψε.
Ξεπρόβαλλε μπροστά της ο ψηλός·δυο μέτρα,γίγαντας·λαχτάρισε.
-Παραμονή σήμερα·έλα να χορέψουμε,είπε ο γίγαντας,τινάζοντας απ’τα μαλλιά το χιόνι.
Μα εκείνη τον κοιτούσε·η καρδιά της να χτυπά σαν του παιδιού
-Αγκάλιασέ με,είπε όλο λαχτάρα
Άπλωσε τις χερούκλες του·χάθηκε στην αγκάλη του·της κόπηκε η ανάσα·όλα γελούσαν·ήταν πάλι·υπήρχε·ανάσαινε.
-Σε θέλω· πίσω,του είπε
Αυτός δεν μίλαγε.
-Σε θέλω·πίσω…
Την κοίταξε. Τα μάτια του σκοτείνιασαν
-Εγω τώρα… ανήκω αλλού…
-Ε τότε,πάρε με!για τελευταία·του φώναξε·όπως δεν μ’έχεις ξαναπάρει.
…Ένα χρόνο δίχως άντρα·δίχως φλόγα,θαλπωρή·τρελλή απο έξαψη,ξεκούμπωσε τα ρούχα της·έβγαλε το παλτό της και το πέταξε στο χιόνι·έβαλε το σκουφί της μαξιλάρι·χαμογέλασε·ξαπλώθηκε με βιάση στο πεζούλι·αφέθηκε·χαλάρωσε·την τύλιγε το χιόνι·ζεστασιά φρικιαστική·ονείρου θάμβος·θαλπωρή του παραδείσου·πνοή χαράς.
Ξεκούμπωσε αργά το παντελόνι·το κατέβασε και φάνηκε η κιλότα,κόκκινη,αίμα.
Κρύωνε και καιγόταν,σπαρταρούσε και ριγούσε κι ηδονίζονταν θεσπέσια.
-Πάρε με! φώναξε
Αυτός έπεσε πάνω της·κυλίστηκαν στο χιόνι·και τίναζε η γυναίκα το κεφάλι,σπαρταρούσε και βογκούσε·νιφάδες γύρω αρμένιζαν και στόλιζαν τις μπούκλες της,τα φρύδια της,το στόμα της,τα χείλη της,που σκέπαζε ο άντρας με φιλιά.

Ύστερα,μπήκε μέσα της·σαν φλόγα,σαν κομήτης·έμπαινε καίγοντας τις πίκρες,τα κενά,τις ερημιές της·βογκούσε με μισάνοιχτο το στόμα και ριγούσε όπως την γέμιζε η φωτιά του·της έκανε έρωτα με σπαραγμό,με τρέλλα·ως το ξημέρωμα·ανάσα δεν την άφηνε να πάρει.
Χιόνιζε τώρα για καλά·όλα τριγύρω είχαν παγώσει,αλλά μέσα της καιγόταν·ελεύθερο το σώμα και το πνεύμα της αλήτευε ψηλά…

Έτσι την βρήκαν το πρωί οι σκουπιδιαραίοι. Ανάσκελα,κάτω απ’ τα κυπαρίσσια,στην πεζούλα,δεξιά απ’την εκκλησιά·χιόνι είχε στοιβαχθεί πάνω στο χιόνι·σεντόνι,σάβανο λευκό την περιτύλιγε·κοιμόταν κι είχε ασπρίσει.
Ο σκουπιδιάρης έσπευσε·γονάτισε,της έβγαλε τη βέρα απ’τον παράμεσο,την τσέπωσε·την κοίταζε απορώντας·μαύρη κηλίδα μέσα στ’ άσπρο του χιονιού·χαμόγελο χαράς στο πρόσωπό της·χαμόγελο έκστασης·το’να της χέρι στην καρδιά και τ’ άλλο μέσα απ’την κιλότα,που κοκκίνιζε σαν αίμα.
Και μάζεψε ο άντρας από δίπλα το κουτάκι με τα σπίρτα…